World's National Museums and Art  
                   Copyright © 2014 | By John Tsipas. 

Αρχαίοι Έλληνες γλύπτες Μέρος 1


 
Γλυπτική
ονομάζεται η τέχνη της καλλιτεχνικής δημιουργίας - έκφρασης, που εκτελείται μέσω της δημιουργίας τρισδιάστατων μορφών σε οποιοδήποτε μέσο. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι διάφορα, σκληρά, όπως η πέτρα, το μάρμαρο, τα μέταλλα ή το ξύλο, ή και πιο μαλακά, όπως ο πηλός ή διάφορα πλαστικά (στη σύγχρονη γλυπτική). Είναι δυνατός ακόμη ο συνδυασμός διαφορετικών υλικών. Το πρώτο στάδιο είναι η εύρεση των αντικειμένων που θα παρουσιαστούν από τους γλύπτες. Έπειτα, τα επιλεγμένα υλικά υφίστανται επεξεργασία με διάφορες τεχνικές, αφαιρετικές όπως το σκάλισμα, ή προσθετικές όπως η συγκόλληση. Υπάρχουν ακόμη τεχνικές που τροποποιούν τη σκληρότητα των χρησιμοποιουμένων υλικών. Όταν τελειώσει το γλυπτό ή το ανάγλυφο, η επιφάνειά του μπορεί να διακοσμηθεί επιπλέον με χρήση ζωγραφικής. Τέλος, μια συλλογή γλυπτών, τοποθετούνται μερικές φορές σε «κήπους γλυπτών»
Αρχαίοι Έλληνες γλύπτες

Αλκαμένης

Ο Αλκαμένης ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης από τη Λήμνο και την Αθήνα, που έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ. Ήταν σύγχρονος του Φειδία αλλά νεότερος σε ηλικία και αναφέρεται για την λεπτότητα και την τελειότητα των έργων του, από τα οποία ο Ήφαιστος και η Αφροδίτη των Κήπων θεωρούνται τα αριστουργήματά του.



Ο Παυσανίας (v 10. 8) γράφει πως ήταν ο σχεδιαστής ενός από τα αετώματα του ναού του Διός στην Ολυμπία, αλλά η άποψη αυτή μοιάζει αδύνατη χρονολογικά και υφολογικά. Πάλι ο Παυσανίας (I, 8, 4) σημειώνει πως ένα άγαλμα του Άρη, έργο του Αλκαμένη, υπήρχε στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας, και ορισμένοι το συσχετίζουν με τον Άρη του Μποργκέζε. Όμως, ο ναός του Άρη στον οποίο αναφέρεται, μεταφέρθηκε από τις Αχαρνές και στήθηκε στην Αγορά στα χρόνια του Αυγούστου. Επίσης, τα αγάλματα του Αλκαμένη απεικονίζουν το θεό Άρη με θώρακα στο στήθος, ο οποίος λείπει από τον Άρη του Μποργκέζε. Έτσι η σύνδεση των δύο μνημείων δεν είναι σίγουρη.

Στην Πέργαμο ανακαλύφθηκε το 1903 ένα ελληνιστικό αντίγραφο της κεφαλής του Ερμή Προπυλαίου του Αλκαμένη (Athenische Mittheilungen, 1904, p. 180). Όμως, καθώς η θεότητα αναπαρίσταται με νεοαττικό, αρχαιοπινές και συμβατικό στιλ, το συγκεκριμένο αντίγραφο δεν μπορεί να μας δώσει πολλές πληροφορίες για το σύνηθες στιλ του Αλκαμένη, ο οποίος ήταν σίγουρα ένας πρωτότυπος και αυθεντικός καλλιτέχνης.

Είναι πιο ασφαλές να κριθεί από το γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα, στην κατασκευή του οποίου είχε σίγουρα λάβει μέρος κάτω από την καθοδήγηση του Φειδία. Λέγεται ότι υπήρξε ο πιο επιφανής γλύπτης στην Αθήνα μετά την αναχώρηση του Φειδία για την Ολυμπία. Όμως, παραμένει αινιγματικός, διότι κανένα από τα γλυπτά που σχετίζονται με αυτόν στην κλασική βιβλιογραφία δεν μπορεί να συνδεθεί με σιγουριά με υπάρχοντα αντίγραφα.

Βούπαλος

Ο Βούπαλος ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης, και συγκεκριμένα αγαλματοποιός, από τη Χίο. Ο Βούπαλος έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ., και ήταν γιος του επίσης γλύπτη Αρχέρμου και αδελφός του αγαλματοποιού Αθήνιδος. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στη Δήλο υπήρχε επιγραφή σε ένα άγαλμα των δύο αδελφών, που έλεγε ότι η Χίος δεν ήταν μόνο για τα αμπέλια της ονομαστή, αλλά και για τα έργα των γιων του Αρχέρμου. Ο ίδιος αναφέρει ότι οι δύο αδελφοί δημιούργησαν δύο αγάλματα της Αρτέμιδας (ένα στην Κρήτη και ένα στη Χίο), καθώς και άλλα έργα στη Δήλο. Για το άγαλμα της Χίου γράφει ότι ήταν στημένο σε ψηλό βάθρο και η μορφή της θεάς εμφανιζόταν θλιμμένη για όσους έμπαιναν στην πόλη και χαρούμενη για όσους έβγαιναν από αυτή.

Ο Παυσανίας γράφει ότι έργα του Βουπάλου υπήρχαν στη Σμύρνη και στην Πέργαμο. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, έργα του γλύπτη μεταφέρθηκαν από τον Αύγουστο στη Ρώμη και κόσμησαν τον ναό του Απόλλωνα στον Παλατίνο λόφο.

Ο Πλίνιος και το Λεξικό της Σούδας αναφέρουν ότι ο Βούπαλος και ο Άθηνις απαγχονίσθηκαν επειδή ο ποιητής Ιππώναξ έγραψε εναντίον τους δριμείς χωλιάμβους. Λέγεται ότι προηγουμένως οι δύο γλύπτες είχαν κατασκευάσει ανδριάντα του ποιητή στον οποίο τον παρίσταναν ακόμη πιο άσχημο από ό,τι ήταν.

Σήμερα, μία οδός στο κέντρο της πόλης της Χίου φέρει το όνομα του Βουπάλου.

Έμιλος

Ο Έμιλος ή επίσης Σμίλης, Έμιλις και Άμιλις ήταν γλύπτης της αρχαιότητας. Ήταν από την Αίγινα. Κατασκεύασε από χρυσό και έβενο τα αγάλματα των Ωρών στον ναό της Ήρας στην Ολυμπία.[1]

[Επεξεργασία] Παραπομπές
↑ [...] τῆς Ἥρας δέ ἐστιν ἐν τῷ ναῷ Διός, τὸ δὲ Ἥρας ἄγαλμα καθήμενόν ἐστιν ἐπὶ θρόνῳ: παρέστηκε δὲ γένειά τε ἔχων καὶ ἐπικείμενος κυνῆν ἐπὶ τῇ κεφαλῇ, ἔργα δέ ἐστιν ἁπλᾶ. τὰς δὲ ἐφεξῆς τούτων καθημένας ἐπὶ θρόνων Ὥρας ἐποίησεν Αἰγινήτης Σμῖλις. Παυσανία Ελλάδος Περιήγησις, Ηλιακών Α', κεφ. 17.1.
[Επεξεργασία] Πηγή
Sir William Smith (1876). Dictionary of Greek and Roman biography and mythology (Αγγλικά). Boston, C.C. Little and J. Brown; [et

Ευθυκαρτίδης
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ευθυκαρτίδης ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης από την Νάξο που έζησε τον 7ο π.Χ. αιώνα.

Φιλοτέχνησε άγαλμα του Απόλλωνα. Η ενεπίγραφη βάση του αγάλματος αυτού, που φέρει το όνομα του καλλιτέχνη (Ευθυκαρτίδη), βρέθηκε στη Δήλο κατά τις ανασκαφές που έκανε εκεί η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή.

Σημειώνεται ότι είναι πιθανόν λόγω λάθους το όνομα να έχει υποστεί αναγραμματισμό και το ορθό να ήταν Ευθυκρατίδης

Ευφράνωρ (καλλιτέχνης)


Ο Ευφράνορας υπήρξε ονομαστός Έλληνας καλλιτέχνης, από τους κορυφαίους του 4ου αιώνα π.Χ. Διακρίθηκε ως γλύπτης, χαλκουργός και ζωγράφος, ενώ συνέγραψε και βιβλίο περί συμμετρίας, με το οποίο εισήγαγε νέες αναλογίες στα σώματα και τροποποίησε τον «Κανόνα» του Πολυκλείτου.

Κατά τον Πλίνιο ο Ευφράνορας καταγόταν από την Ισθμία της Κορίνθου, ενώ ο Πλούταρχος γράφει πως ήταν Αθηναίος. Σε κάθε περίπτωση, εργάσθηκε και διέπρεψε στην Αθήνα, και για τον λόγο αυτό οι Αθηναίοι τον τίμησαν με την παροχή πολιτικών δικαιωμάτων.

Ο Ευφράνωρ ήταν μαθητής του ζωγράφου Αριστείδη από τη Θήβα και κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του υπήρξε ο ίδιος δάσκαλος του Χαρμαντίδη, του Αντιδότου και του Λεωνίδα Ανθηδονίου.


Από τα ζωγραφικά έργα του Ευφράνορα δεν σώθηκε τίποτα. Ζωγράφισε τη Στοά του Ελευθερίου Διός ή των 12 θεών στον Κεραμεικό με έργα που απεικόνιζαν τη δράση του ιππικού κατά τη Μάχη της Μαντινείας (εκεί απαθανατιζόταν, εκτός από τον Επαμεινώνδα, και ο γιος του Ξενοφώντα, ο Γρύλος), τον Θησέα, την προσωποποίηση της Δημοκρατίας, τους 12 θεούς, κ.ά.. Τον πίνακα του Ευφράνορα «Προσποίητος μανία του Οδυσσέως», που βρισκόταν στην Έφεσο, τον περιγράφει λεπτομερώς ο Λουκιανός.


Από τους ανδριάντες του Ευφράνορα οι γνωστότεροι ήταν: του Πατρώου Απόλλωνα, της Αθηνάς, του Ηφαίστου, της Λητούς με τα παιδιά της, της Κλειδούχου, του Αγαθοδαίμονα, του Πάρι, της Αρετής και της Ελλάδος (δύο κολοσσιαία αγάλματα), του Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου επάνω σε άρματα, του Διονύσου, μιας προσευχόμενης γυναίκας, και άλλα. Ο Πλίνιος επίσης αναφέρει και πολλά ανάγλυφα επιτύμβια και αναθηματικά έργα του καλλιτέχνη. Κανένα γλυπτό έργο από αυτά που σώζονται σήμερα δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα στον Ευφράνορα, αλλά σε πολλά σημεία η τέχνη του έμοιαζε με εκείνη του σύγχρονού του Λυσίππου, όπως στη λεπτότητα των μορφών, περισσότερο από ό,τι στην προγενέστερη τέχνη.

Ηρόδοτος ο Ολύνθιος

Ο Ηρόδοτος ο Ολύνθιος ήταν σπουδαίος αρχαίος Έλληνας γλύπτης ανδριαντοποιός. Καταγόταν από την Όλυνθο εξ ου και το προσωνύμιο. Στα έργα του παρέστησε κυρίως εταίρες της αρχαιότητας όπως τη Φρύνη, την Αργεία, τη Γλυκέρα κ.ά.

Με το ίδιο επίσης όνομα και από την ίδια πόλη υπήρξε κι άλλος ανδριαντοποιός στον οποίο δεν είναι γνωστά ποιά έργα αποδίδονται.


Θεόπροπος

Ο Θεόπροπος ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης ακαθόριστης όμως εποχής. Το μόνο γνωστό είναι ότι καταγόταν από την Αίγινα.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις και αναφορές του Παυσανία πρόκειται για τον γλύπτη που είχε φτιάξει τον χάλκινο μαινόμενο ταύρο που παράγγειλαν οι Κερκυραίοι "επί της δεκάτης επιτυχούς άγρας θύννων", τον οποίο και αφιέρωσαν στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς σε ανάμνηση του γεγονότος.

Πολλοί θεωρούν πως ίσως ο "μαινόμενος ταύρος" του Κεραμεικού (επιτάφιο μνημείο), στην Αθήνα, να είναι αντίγραφο του χάλκινου ταύρου του Θεοπρόπου, ή του λεγόμενου "ταύρου των Κερκυραίων".

Ιάσων ο Αθηναίος

Αλληγορικός ανδριάντας της Οδύσσειας. (2ος αιώνας μ.Χ.)
Αλληγορικός ανδριάντας της Ιλιάδας. (2ος

Ο Κηφισόδοτος (ήκμασε στα χρόνια 400 π.Χ. - 360 π.Χ.) ήταν Αρχαίος Έλληνας γλύπτης, πατέρας του Πραξιτέλη και παππούς του Κηφισόδοτου του Νεότερου.

Το πιο φημισμένο έργο του ήταν η «Ειρήνη κρατά στην αγκαλιά της τον Πλούτο» που σήμερα φυλάσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, ενώ ρωμαϊκό αντίγραφο του βρίσκεται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Ο Κηφισόδοτος δημιούργησε, όπως και ο γιός του, άγαλμα του Ερμή με το βρέφος Διόνυσο στην αγκαλιά του. Φιλοτέχνησε ακόμα κάποια αγάλματα στην Μεγαλόπολη που ιδρύθηκε στα 370 π.Χ. περίπου.

Κράτης ο Λευκονοεύς

Ο Κράτης ο Λευκονοεύς ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης, υιός του Παμφίλου, που έζησε και γεννήθηκε στη Λευκονόη της Αττικής. Έργο του αποκαλύφθηκε εντοιχισμένο στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων στην Ανθούπολη. Πρόκειται για άγαλμα αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Στο βάθρο του αγάλματος αποκαλύφθηκε από τον Κυριάκο Πιττάκη γύρω στο 1853 η επιγραφή:[1]
  • Πολλώνι
  • ΚράτηςΠαμφίλου
  • Λευκονοεύς

Κρίτιος

Το ρωμαϊκό αντίγραφο των "Τυραννοκτόνων" στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Νάπολης.Ο Κρίτιος ή Κριτίας ήταν αρχαίος Αθηναίος χαλκοπλάστης και ανδριαντοποιός που έδρασε μόνο στην αρχαία Αθήνα, περί τον 5ο αιώνα π.Χ., σε συνεργασία πάντα με τον Νησιώτη με τον οποίο και υπέγραφαν από κοινού τα έργα τους. Σπουδαιότερο έργο των δύο αυτών αδριαντοποιών ήταν το χάλκινο σύμπλεγμα των αποκαλουμένων τυραννοκτόνων Αρμοδίου και Αριστογείτονα που παράγγειλαν και ανέγειραν οι Αθηναίοι στην ορχήστρα της αρχαίας Αγοράς το 477 π.Χ..

Απεικονίσεις του συμπλέγματος εκείνου διασώθηκαν σε μαρμάρινα ανάγλυφα, σε παραστάσεις αγγείων, σε νομίσματα καθώς και σε λείψανα αντιγράφων που βρέθηκαν στην Ιταλία. Το καλλίτερα διατηρημένο αντίγραφο του συμπλέγματος αυτού βρίσκεται σήμερα στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Νάπολης, στην Ιταλία, καθώς και ένα συμπληρωματικό στο αρχαιολογικό μουσείο του Στρασβούργου. Όπως αποδεικνύεται στο έργο τους αυτό οι Κριτίας και Νησιώτης απέδωσαν με θαυμαστό τρόπο την παράτολμη επίθεση των τυραννοκτόνων με έμφαση την διαφορά του ψυχικού χαρακτήρα εκάστου. Συγκεκριμένα παρουσιάζουν τον μεν νεώτερο Αρμόδιο σφοδρότερο να υψώνει το ξίφος του, ενώ ο πρεσβύτερος ο Αριστογείτων, προνοητικότερος, να κρατά το ξίφος χαμηλά σε μια προσπάθεια απόκρυψης. Το ιδιαίτερο της τέχνης του συμπλέγματος αυτού είναι ότι οι κύριες μορφές των δύο ανδριάντων δεν ήταν πλήρως ορατές από το αυτό σημείο, γεγονός που κατατάσσει αυτό ως περίοπτο έργο βάθους. Η δε δυναμικότητα που παρουσιάζουν τα σώματα των ανδριάντων κατά την κριτική του Λουκιανού αποτελούν έργα της παλαιάς αττικής γλυπτικής.

Των ιδίων ανδριαντοποιών ήταν επίσης και το άγαλμα του οπλιτοδρόμωνα Επιχαρήνου που φέρονταν στην Ακρόπολη των Αθηνών, μεταξύ των Προπυλαίων και του Παρθενώνα, που παρουσίαζε οπλίτη δρομέα με κεκαμμένο το γόνατο και προτεταμένο το δεξί χέρι. Στους αυτούς τεχνίτες αποδίδεται επίσης το με αριθμό 698 άγαλμα του Μουσείου της Ακροπόλεως που παριστά έφηβο, η κεφαλή του οποίου μοιάζει μ΄ εκείνη του Αρμοδίου.

Μαθητές του Κριτία φέρονται οι Διονυσόδωρος ο Σκύμνος, ο Κερκυραίος Πόλιχος, ο από την Κνωσσό Άμφιος, ο από Καλαυρία της Τροιζήνας Πίσων και ο από Σικυώνα Δημόκριτος.

Λεωχάρης

Ο Λεωχάρης ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης. Δεν είναι γνωστός ο τόπος που γεννήθηκε. Είναι γνωστός γιατί τον αναφέρει ο Παυσανίας, ο Πλίνιος κι ο Βιτρούβιος. Ο Λεωχάρης έζησε και μας έδωσε τα έργα του στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Εργάστηκε μέχρι το 320 π.Χ. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έζησε στην Αθήνα. Έργα του είναι το περίφημο άγαλμα του Ισοκράτη, τα χρυσελεφάντινα αγάλματα του βασιλιά Φιλίππου της γυναίκας του Ολυμπιάδας, του Αλέξανδρου και το χάλκινο σύμπλεγμα "κυνήγι" του Μ. Αλέξανδρου. Μεγάλο μέρος του μαυσωλείου της Αλικαρνασσού κι ο τάφος του τυράννου της πόλης φτιάχτηκε από το Λεωχάρη. Ακόμα, έργα δικά του είναι το άγαλμα του Δία στην Ακρόπολη, το άγαλμα του Απόλλωνα, η προτομή του Αυτόλυκου, η αρπαγή του Γανυμήδη.


Μαχάτας

Ο Μαχάτας ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης, και συγκεκριμένα ανδριαντοποιός, που άκμασε στα τέλη των ελληνιστικών ή στην αρχή των ρωμαϊκών χρόνων. Είναι γνωστός μόνο από δύο επιγραφές, στις οποίες φέρεται ως δημιουργός αγάλματος του Ηρακλή και ενός αφιερώματος στον Ασκληπιό. Τα έργα αυτά του Μαχάτα, που ήταν αφιερώματα κάποιου «Λαφάνη, γιου του Λασθένη», βρίσκονταν στο ιερό του θεού Απόλλωνα στο Ανακτόριο, τη σημερινή Βόνιτσα της Ακαρνανίας.


Με το όνομα Μαχάτας αναφέρονται και άλλα, λιγότερο σημαντικά, πρόσωπα της αρχαιότητας, όπως ο γιος του Μακεδόνα άρχοντα Δέρδα και πατέρας του Φιλίππου και του Αρπάλου (4ος αιώνας π.Χ.), ένας Αιτωλός πρέσβυς στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ., ο Μαχάτας της Εορδαίας (αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., αρχαιότερη αναφορά του ονόματος) και ο Μαχάτας από τον Ευρωπό, Μακεδόνας πρόξενος στους Δελφούς

Μύρων

Ο Μύρων (έδρασε περ. 480-440 π.Χ.) ήταν ο αρχαιότερος ονομαστός γλύπτης της αρχαίας Ελλάδας. Είναι δηλαδή ο αρχαιότερος Έλληνας γλύπτης που μέχρι και σήμερα η κοινή γνώμη θαυμάζει τα έργα του για την τελειότητα, την αρμονία και την πρωτοτυπία τους.

Γεννήθηκε στις Ελευθέραις, μια πόλη στα σύνορα της Αττικής με την Βοιωτία. Σύμφωνα με τον Πλίνιο ήταν μαθητής του Αγέλαδου από το Άργος, ο οποίος για ένα μεγάλο διάστημα ήταν κορυφαίος γλύπτης της πελοποννησιακής γλυπτικής σχολής με θέμα τον αθλητισμό. Ο περιηγητής Παυσανίας μας αναφέρει ότι έργα του Μύρωνα υπήρχαν και ήταν ακόμα στην θέση τους τον 2ο αι. μ.Χ.

Δούλευε σχεδόν αποκλειστικά σε μπρούτζο και κατασκεύασε πολλούς ανδριάντες θεών και ηρώων. Τα πιο φημισμένα του έργα όμως παριστάνουν αθλητές την στιγμή της επίδοσής τους, με ασυνάρπαστη τελειότητα στάσης, λεπτομερειών και αναλογίας. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι τα έργα του Μύρωνα ήταν περισσότερα μα και πιο επιμελέστερα των έργων του Πολύκλειτου.[1] Οι διασημότερες εργασίες του σύμφωνα με τον Πλίνιο απεικόνιζαν τον Μινώταυρο, τον Κέρβερο, τον Περσέα, τον σάτυρο Μαρσύα, τον Ηρακλή, έναν αθλητή της δισκοβολίας και τον Απόλλωνα της Εφέσου.

Ένας από τους Πάπυρους της Οξυρρύγχου μας δίνει τις ημερομηνίες των νικητών στην Ολυμπία των οποίων ο Μύρων κατασκεύασε ανδριάνδες. Ήταν ο Τιμάνθης στην Ολυμπιάδα του 456 π.Χ., ο Λαδάς πιθανών το 476 π.Χ., ο Λύκινος που νίκησε το 448 και 444 π.Χ.. Από αυτές τις χρονολογίες συμπεραίνουμε ότι ο Μύρων πρέπει να ήταν σύγχρονος, αλλά και γηραιότερος του Φειδία και του Πολύκλειτου.



Από τη Βικιπαίδεια
Share on Google Plus

About johntsip17

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.
    Blogger Comment
    Facebook Comment

0 σχόλια:

Post a Comment

Latest Posts

Wait a minute...!! 
Press on The Image and View 30 Latest Posts from World's National Museums and Art!